ΦόρουμΦόρουμ  Το site μαςΤο site μας  ΗμερολόγιοΗμερολόγιο  Συχνές ΕρωτήσειςΣυχνές Ερωτήσεις  ΑναζήτησηΑναζήτηση  ΕγγραφήΕγγραφή  Σύνδεση  
Πείτε μας την γνώμη σας
polls & surveys

Μοιραστείτε | 
 

 ΤΟ ΣΤΕΚΙ ΤΗΣ ΧΟΡΩΔΙΑΣ

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω 
ΣυγγραφέαςΜήνυμα
Admin
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 21
Βαθμοί : 63
Ημερομηνία εγγραφής : 29/12/2009
Τόπος : Αφγανιστάν

ΔημοσίευσηΘέμα: ΤΟ ΣΤΕΚΙ ΤΗΣ ΧΟΡΩΔΙΑΣ   31.12.09 0:00

Περαστε οσοι αγαπατε το τραγούδι...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
http://didymateichi.fforum.biz
vicky

avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 133
Βαθμοί : 179
Ημερομηνία εγγραφής : 02/01/2010
Ηλικία : 44
Τόπος : Διδυμότειχο

ΔημοσίευσηΘέμα: Ψες είδια στ' ονειρό μου   02.01.10 15:49

Ψες είδια στ' ονειρό μου ( Δυτική Θράκη )

Ψες είδια γαλανά, γλυκά ξανθά, και μαύρα μάτια
ψες είδια στο ονειρό μου μαύρα μάτια στο πλευρό μου
Σκώνουμαι , γαλανά, γλυκά, ξανθά και μαύρα μάτια
σκώνουμαι και δε τα βρίσκω, με τα ρούχα μου μαλώνω
Ρούχα μου, γαλανά, γλυκά, ξανθά και μαύρα μάτια
ρούχα μου, παλιά μου ρούχα πουν τα μαύρα μάτια που ' χα;
Ψες το βρά- γαλανά, γλυκά, ξανθά και μαύρα μάτια ψες το βράδυ στο κρεβάτι
ψες το βράδυ στο κρεβάτι πάει στη βρύση για νιράκι
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
vicky

avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 133
Βαθμοί : 179
Ημερομηνία εγγραφής : 02/01/2010
Ηλικία : 44
Τόπος : Διδυμότειχο

ΔημοσίευσηΘέμα: Βουνά’μ   02.01.10 15:51

Βουνά’μ

Βουνά’μ να μη χιουνίσιτι κι ώχ αμάν αμάν
Βουνά’μ να μη χιουνίσιτι τριανταφυλλιά’μ

Κάμποι καμποί μη παχνιαστίτι
Κάμποι καμποί μη παχνιαστίτι

Θα πάει νιος στα πίθιρκά’τ κι ώχ αμάν αμάν
Θα πάει νιος στα πίθιρκά’τ τριανταφυλλιά’μ

Θα πάει θα πάει να κουνουστίσι
Θα πάει θα πάει να κουνουστίσι

Τα πίθιρκά΄τ τουν δέχτηκάν κι ώχ αμάν αμάν
Τα πίθιρκά΄τ τουν δέχτηκάν τριανταφυλλιά ‘μ

Κάλη καλή ‘τ τουν καλουπίρι
Κάλη καλή ‘τ τουν καλουπίρι

Εχεί κι’ ένα μικρό καίνί κι ώχ αμάν αμάν
Εχεί κι’ ένα μικρό καίνί τριανταφυλλιά’μ

Πούλυ πουλύ μικρός δεν είνι
Πούλυ πουλύ μικρός δεν είνι

Βαστάει μαχαίρια κι σπαθιά κι ώχ αμάν αμάν
Βαστάει μαχαίρια κι σπαθιά τριανταφυλλιά’μ

Τουφέ τουφέκια γιμισμένα
Τουφέ τουφέκια γιμισμένα

Βαστάει κι τα τσιαπράζια του κι ώχ αμάν αμάν
Βαστάει κι τα τσιαπράζια του τριανταφυλλιά’μ

Μι σφαί μι σφαίρις γιμισμένα
Μι σφαί μι σφαίρις γιμισμένα.
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
vicky

avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 133
Βαθμοί : 179
Ημερομηνία εγγραφής : 02/01/2010
Ηλικία : 44
Τόπος : Διδυμότειχο

ΔημοσίευσηΘέμα: Δεν πικρένιστι κουρίτσια   02.01.10 15:53

Δεν πικρένιστι κουρίτσια

Δεν πικρέ δεν πικρένιστι κουρίτσια
Ήρθαν ξέ ήρθαν ξένα παλικάρια

Ήρθαν ξέ ήρθαν ξένα παλικάρια
Να μας πά να μας πάρουν την κουπέλα

Την κουπέ την κουπέλα την τρυγόνα
Να την πάν να την παν μακρία στα ξένα

Να την πάν να την παν μακρία στα ξένα
Κι θα κά κι θα κάνει ξένη μάνα

Κι θα κά κι θα κάνει ξένη μάνα
Ξένη μά ξένη μάνα παραμάνα

Ξένη μα ξένη μάνα παραμάνα
Ξέν’αδέ ξέν’ αδέρφια κι’ αξαδέρφια

Ξένα αδέ ξένα αδέρφια κι’ αξαδέρφια
Κι’απου α κι ‘άπου άντρα αντραδέρφια
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
vicky

avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 133
Βαθμοί : 179
Ημερομηνία εγγραφής : 02/01/2010
Ηλικία : 44
Τόπος : Διδυμότειχο

ΔημοσίευσηΘέμα: Τι να κάνου έρημους   02.01.10 15:56

Τι να κάνου έρημους

Τι να κάνου έρημους τη γυναίκα που’χου
Του Γινάρ κι του Φλιβάρ μι προυβουδάει στου θέρου

Του Γινάρ κι του Φλιβάρ μι προυβουδάει στου θέρου
Πέντι κάπις μ’έδινι κι ουχτό διρπάνια

Πέντι κάπις μ’έδινι κι ουχτό διρπάνια
Δεκάουχτο παλαμαριές κι’ άντι στου θέρου

Δεκάουχτο παλαμαριές κι’ άντι στου θέρου
Θέριζα αλώνιζα τσιαλιά κι αγκάθια

Θέριζα αλώνιζα τσιαλιά κι αγκάθια
Κι του βράδι γύριζα σα του νοικουκίρη

Κι του βράδι γύριζα σα του νοικουκίρη
Βρίσκου τη νοικουκιρά μέσα με τους φίλους

Βρίσκου τη νοικουκυρά μέσα με τους φίλους
Λαόν πιρδίκι έψιναν κι μπολντουρτζούμι

Λαόν πιρδίκι έψιναν κι μπολντουρτζούμι
Άπλουσα κι γω καίμένος να πάρου ένα

Άπλουσα κι γω καίμένος να πάρου ένα
Σκόνι του γκιουτζιουχούριαρου μια δυό στα χέρια

Σκόνι του γκιουτζιουχούριαρου μια δυό στα χέρια
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
vicky

avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 133
Βαθμοί : 179
Ημερομηνία εγγραφής : 02/01/2010
Ηλικία : 44
Τόπος : Διδυμότειχο

ΔημοσίευσηΘέμα: Για κατιβάτι στου χουρό   02.01.10 15:58

Για κατιβάτι στου χουρό

Για κατιβά –ντιλμπέρα αμάν
Για κατιβάτι στου χουρό
Για κατιβάτι στιυ χουρό
Ν’ακούσιτι τραγούδια

Ν’ ακούσιτι –ντιλμπέρα αμάν
Να ακούσιτι να μάθιτι
Να ακούσιτι να μάθιτι
Πως πιάνετε η αγάπη

Απού τα μάτια –ντιλμπέρα αμάν
Απού τα μάτια πιάνιτι
Απού τα μάτια πιάνιτι
Στα χείλη κατιβαίνει

Κι απού τα χείλη –ντιλμπέρα αμάν
Κι απού τα χείλη στην καρδιά
Κι απού τα χείλη στην καρδιά
Ριζώνει και δεν βγαίνει

Κι ρίζουσι ντιλμπέρα αμάν
Κι ρίζουσι κι κλάδουσι
Κι ρίζουσι κι κλάδουσι
Κι απόλυκι κλουνάρια

Κι απόλ’κι ντιλμπέρα αμάν
Κι απόλ’κι ρίζες κι κλωνιά
Κι απόλ’κι ρίζες κι κλωνιά
Κι σκέπασε την πόρτα.

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
vicky

avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 133
Βαθμοί : 179
Ημερομηνία εγγραφής : 02/01/2010
Ηλικία : 44
Τόπος : Διδυμότειχο

ΔημοσίευσηΘέμα: Σας παρακαλώ κορίτσια   02.01.10 16:00

Σας παρακαλώ κορίτσια

Σας παρακαλώ κουρίτσια,
μη χτυπάτε μη βροντάτε,
σας παρακαλώ κουρίτσια,
μη χτυπάτε μη βροντάτε.
Μη χτυπάτε μη βροντάτε,
θα ξυπνήσετε τον καλό μου.

Θα ξυπνήσετε τον καλό μου,
τον καλό τον γιαουκλό μου,
θα ξυπνήσετε τον καλό μου,
τον καλό τον γιαουκλό μου.
Τον καλό τον γιαουκλό μου,
έχω μέρες δεν τον είδια.

Έχω μέρες δεν τον είδια,
κι καμπόσες εβδομάδες,
έχω μέρες δεν τον είδια,
κι καμπόσες εβδομάδες.
Κι καμπόσες εβδομάδες,
σας παρακαλώ κουρίτσια,
σας παρακαλώ κουρίτσια,
μη χτυπάτε μη βροντάτε.
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
vicky

avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 133
Βαθμοί : 179
Ημερομηνία εγγραφής : 02/01/2010
Ηλικία : 44
Τόπος : Διδυμότειχο

ΔημοσίευσηΘέμα: Αρμένου γιος   02.01.10 16:02

Αρμένου γιος

Αρμένου γιος πινέθηκι
γαλανά ματάκια μ’ κι όμορφα
στου βασιλιά κι αφέντη
λάλει καλό μ' αηδόνι μ', λάλει

Αφέντη μου τη θάλασσα
πιζός θα την αδιάβου

Κι αν τη διαβείς Αρμένου γιε
γαμπρό θε να σε κάμω
γαμπρό στη θυγατέρα μου
που λάμπει σαν τουν ήλιου

Ξυντήθηκι, ξιαρματώθηκι
στη θάλασσα βουτάει
μα η θάλασσα φουτούνιασι
τα κύματα αγριεύουν

Θάλασσα πικροθάλασσα
και πικροκυματούσα
τόσες φουρές σι διάβηκα
μι γέλια, μι τραγούδια
κι τώρα για του στοίχημα
βουλήθης να μι πνίξεις...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
xronis64

avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 10
Βαθμοί : 14
Ημερομηνία εγγραφής : 02/01/2010
Ηλικία : 52
Τόπος : Διδυμότειχο

ΔημοσίευσηΘέμα: ΧΣΤΙΑΣΙΑ ΚΑΡΩΤΗΣ   02.01.10 16:52

ΧΣΤΙΑΣΙΑ ΚΑΡΩΤΗΣ

ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ 1

Χριστούγεννα Χριστούγεννα τώρα Χριστός γενέται
Γενέται και αναθρέφεται στο μέλι και στο γάλα
Το μέλι το τρώνε οι άρχοντες και τα κεριά στους άγιους
Και το μελισοβότανο κρατούν τα παλικάρια
Νερ χαρήτε παληκάρια μου χαρήτε να χαρούμε
Κι μια φορά είν λεβεντιά κι μια φορά τα νιάτα
Κι μια φορά περπάτησα νύχτα με το φεγγάρι
Νερ βαστώ ψωμί για τα σκυλιά κρέας για τα λιοντάρια
Νερ βαστώ κι ξυπνωβότανο ξυπνώ της παντρεμένες
Νερ βαστώ κι μαγιοβότανο μαγεύω τα κορίτσια.

ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ 2

Νερ παπαδοπούλα αντάμωσα που ερχόταν απ’τα αμπέλια
Νερ βαστάει μήλα στην ποδιά τα ρόδα στο μαντίλι
Νερ ένα μηλό της γύρεψα εκείνη μου τ’δωσε όλα
Δεν θέλω γώ τα μήλα σου τα τσαλαπατημένα
Νερ θελώ το κορμάκι σου το μοσχομιρισμένο .

ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ 3

Νερ σαράντα μέρες έχουμε Χριστό που καρτερούμε
Νερ κι από σαράντα κι ύστερα χνούμη να τραγουδούμη
Δεν ακούς πιριστιρούδα μου ήρθα στουν μαχαλά σου
Κι μαχαλά σου ξύπνιση κι σύ βαριά κοιμάση
Κι άν κοιμάση κόρημ ξύπνιση κι αν κάθεσε έβγα έξω
Νερ κοιμούμαι αφέντη κοίμουμη βαριά είμη υπνουμένη
Νερ να μ’ είχα πέσ κι αντάπισα τ’ ονειρο που είδα
Νερ είδα το μαύρο κόκκινο τη σέλα τσακισμένη
Νερ ειδά και το μαντίλι σου στο φράχτη απλωμένο
Νερ κι αυτό ητάν το γρήγορο που θα μας ξεχουρίσουν
Νερ και μας δε μας ξεχώρισαν Τούρκοι με τα μαχαίρια
Νερ και τώρα μας ξεχώρισαν της γειτονιάς λόγια.

ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ 4


Νερ Χριστός πηδώ αδιάβηνη μι δώδεκα αποστόλους
Νερ κι πάλι πίσω γύρισε μ’άλλους εννιά αρχαγγέλους
Νερ κι που πάη κι κούνηψη δεντρίκια φυτρουμένα
Είχαν τα φύλλα πράσινα τα ντάλια ήσαν άγια
Και πάνω στις κορφούδες του Χριστός ακουπισμένος
Νερ κατέβα κάτω κύρ Χριστέ στις χρυσαφιάς τα’αλώνια
Έλα να κρίνης δίκαιους κι άδικους, αμαρτωλούς και ψέυτες
Να κρίνεις κι μένα δίκαια να πληρωθούν οι κρίσεις.

ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ 5

Σαράντα μέρες σαράντα νύχτες η Παναγιά μας κοιλοπονούσε
Κοιλοπονούσε παρακαλούσε τους ιεράρχες τους Αποστόλους
Τους ιεράρχες να πάνε να φέρουν μήλα και ρόδα κι αποστόλοι
Για μήλα τρέχουν κι ιεράρχες για ρόδα τρέχουν.
Κι ώσπου να πάνε κι ώσπου να ρθούνε η παναγιά μας ελευθερώθη .
ελευθερώθη ξελευθερώθη χαρά στον κόσμο στα παλικάρια.
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
vicky

avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 133
Βαθμοί : 179
Ημερομηνία εγγραφής : 02/01/2010
Ηλικία : 44
Τόπος : Διδυμότειχο

ΔημοσίευσηΘέμα: ΧΣΤΙΑΣΙΑ ΜΑΝΗΣ   03.01.10 0:04

ΧΣΤΙΑΣΙΑ ΜΑΝΗΣ

Εκκλησία
Κάτω στα Ιεροσόλυμα στον Κυριό μας τάφο.
Εκεί σκηντζεύαν το Χριστό, παράνομοι Εβραίοι.
Τον Πέτρο κι προβόδισαν στη χάλιο για να πάει.
Χάλιομ για πέμψει μας καρφιά τρία χρυσά πιρούνια.
Και χάλιο λάχει παράνομος πιάνει και πέμψει πέντε.
Τα πήραν και τα πάειναν παέν να τον σταυρώσουν.
Και κει που παν τον σταύρωσαν σε στοιχειωμένο ξύλο.
Τα δυο βαράν στα χέρια του τα δυο και στα ποδάρια.
Το πέμπτο το φαρμακερό αγνά μες την καρδιά του.
Να τρέξει αίμα και νερό να λιγωθεί η καρδιά του.
Τα ΄κουσαν πέτρες κι έγερναν και τα βουνά χαλνούσαν.
Τα ΄κους κυρά μας Παναγιά και φόβος την επιάσει.
Ζητά μαχαίρι να σφαγεί το αίμα της να χύσει.
Η Ξάνθω η Μαγδαληνή κι γι άλλη αδερφή τους.
Βάζουν κρασάκι μες το γυαλί το γρήντ του παξιμάδι.
Το πήραν και το πάειναν στην Παναγιά του πάνε.
Για να ορίσει Παναγιά να ορίσει ο κόσμος.

Παπάς
Σήκου, σήκου ρε παπάμ στην εκκλησιά να πάεις
Κι εκκλησιά σου σήμανε τα μοναστηρούδιας ψάλλουν.
Και τα γραμματικούδια σου μαθαίν την αλφαβήτα.

Κυρά
Κυρά Βδοκιά κυρά Χρυσή κυρά Μαλαματένια.
Πολύ πρωί σηκώθηκε στην εκκλησιά να πάει.
Σηκώθηκε κι ανάλαξε σαν άσπρη περιστέρα.
Βάζει τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι στήθη.
Και τον καθάριο αυγερινό τον βάζει δαχτυλίδι.

Κουπέλα
Κόρη μετάξι γίδιαζε, χρυσά το καλαμίζει.
Στους ουρανούς το γίδιαζε, στους κάμπους το τυλίγει.
Και μες στη μες τη θάλασσα τον αργαλειό σκαριάζει.
Βάζει τα μτάρια τσ’ τα αργυρά, το χτένι μαλαματένιου.
Και τη σαΐτα που ‘ριχνε, ρίχνει μαργαριτάρι.
Και απ’ το βρόντο τα’ αργαλειού απ’ της κόρης λαχτάρα.
Ο ήλιος σκανταλίστηκε κι αργάει να βασιλέψει.
Κι απόμκαν μάνοις χωρίς παιδιά, παιδιά χωρίς τις μάνες.
Κι μάνες κλαίν για τα παιδιά και τα παιδιά για μάνες.

Γραμματικός
Γραμματικός και ψαλτικός και ψάλτης κι αναγνώστης.
Χαρτί βαστάει στα χέρια του χαρτί και καλαμάρι.
Κι απ’ το γράψμου του πολύ και απ’ την πολύ τη ζάλη,
Συντρόμαξαν τα χέρια του κι έχυσει τη μελάνη.
Και έβαψε νιος τα ρούχα του τα λιχνουμεταξάτα.
Τρεις λαλητάδες έβαλαν λουήρ στο μαχαλά τους,
Ποιος έχει αυλές μαρμαρωτές κι βρύσες ασημένιες.
Να πλειν ο νιος τα ρούχα του τα λιχνομεταξάτα.
Κι κύρης που τον γύρευε κι χάνμς καλά τον γρεύει.
Εγώ έχω αυλές μαρμαρωτές κι βρύσες ασημένιες.
Έχω και μοσχοσάπουνο να πλένει νιος τα ρούχα.
Να πλένει νιος τα ρούχα του τα λιχνομέταξά του.


Μαθητούδι
Μάναμ’ από ‘χεις τον υγιό τον πόλλα κανακάρη.
Τον έλουζει τον χτένιζει στο δάσκαλο τον στέλνει.
Κι ο δάσκαλος τον έδηρνει με μια χρυσή βιργίτσα.
Κι η παπαδιά τον μέρωνει μ’ να κουμμάτι μόσχο.

Αφέντης 1
Ν Αφέντης μας κανίκηψει πέντε χρονών μουλάρι.
Φορεί και στα νυχάκια του πετρίτσιες λαμπισμένες.
Πετρίτσεις τον απέταξαν παρά ψηλά τον πάνε.
Και ουδέ σε ξύλο κόνεψε και δε τς μηλιάς κλωνάρι.
Μον κει που πάει κόνηψει τς κυράς Βδοκιάς την πόρτα.
Βγήκε κυρά τον λάλησε, βγήκε κυρά τον λέει.
’’Αφέντη πουν’ αφέντη σου κι πρώτους καβαλάρης;’’
’’Κι κείνον τον σπάριασαν στον κόσμο να π’ αδιαβαίνει.
Κουσεύει σιαδώ κουσεύει σιακεί μη τ’ άξια παλικάρια.
Κουσεύει σ’ αυτήν την μαύρη γη με τ’ άξια τα ζευγάρια.
Το βράδυ μάγνα δόθηκε να μετρηθεί τ’ ασκέρι.
Μετρήθηκε το τούρκικο και λείπαν δυο χιλιάδες.
Μετρήθηκε και το ρωμιό και λείπαν δυο λεβέντες.
Μάναμ’ ποιανοί είν’ απ’ όρχοντε σα φίδια πυρωμένα.
Φέρνουν κεφάλι από πασιά και χέρια από βεζίρη.
Κι απάνω στα καπούλια τους του βασιλιά την κόρη.

Αφέντης 2
Αφέντης μας κανίκεψε τρία χρονών πουλάρι.
Κι παίζουντας κι ρίχνουντας παέν να το ποτίσει.
Κι κει που πάει το πότισε πηγάδια και λιβάδια.
Πηγάδια σύρτου πηγάδια νηρά κανακιμένα.
Παέν βαϊστρεις για νηρό κι παίρνουν κι γιομίζουν.
Κι μια βαϊό καλή βαϊό δεν παίρνει δεν γιομίζει.
Γιατί βαϊόμ δεν παιρνς νηρό δεν παίρνεις δεν γεμίζεις.
Εγώ δεν ήρθα για νηρό να πάρω να γεμίσω.
Μον’ ήρθα διώ τα ‘φέντη μας πως στρώνει πως κοιμάτει.
Πως τρων τα πάνω πανουτά τα μήλα στην ποδιά του.
Τα κόκκινα τριαντάφυλλα λουήρ στο μαχαλά του.

Αφέντης 3
Αφέντης μας καθότανε σε μάρμαρο γιοφύρι
Μον τραγουδούσε κι έλεγε μον τραγουδεί και λέγει.
Αηδόνια μη λαλήσετε πουλιά μην τραγουδήσετε
Γιατί έχω χάσει το ταίρι μου κι όλα να λυπηθείτε.

Αφέντης 4
Αφέντη στα σαράγια σου όλο φλουρί στρωμένο
Του παλατιού μας το φλουρί όλο μαργαριτάρι.
Κι αυτού κοιμάται αφέντης μας μι ως χίλια παλικάρια.
Κοιμάτει κι κυρούδα μας με ξήντα δυο βαϊστρες.
Και τις βαϊστρες λάλησε και τις βαϊστρεις λέει.
Για σιούκτει σεις βαϊστρεις μου κι ανάψτει τις καντήλεις.
Κι ανάψτει τις καντήλεις σαν τις πράσινες λαμπάδες.
Να σηκουθεί κυρούδα μας στην εκκλησιά να πάει.
Σηκώθηκε κι ανάλαξε σαν άσπρη περιστέρα.
Βάζει τον ήλιο πρόσωπο κι το φεγγάρι αστήθη.
Κι τον καθάριο αυγερινό τον βάζει δαχτυλίδι.


Αφέντης 5
Αφέντη μας στην τάβλα σου χρυσή καντήλα καίει
Κι αν βάλεις λάδι και νερό φέγγει τον κόσμο όλο.
Κι αν βάλεις λάδι μοναχό φέγγει την αφεντιά μας.
Φέγγει και τον αφέντη μας να κοσκινίζει γρόσια.
Να δερμονίζει τα φλουριά να κοσκινίζει κι τ’ άστρα.
Κι αυτά τα κοσκινίσματα κυρά στα παλικάρια.
Κέραστα αφέντημ κέραστα ας πιούνε στην υγειά σου.
Και γεια σου γεια σου αφέντη μου και την πολύ ευγένειά σου.

Παλικάρι
Ένας ινιός ινιούτσικους παέν ν’ αρραβωνιάσει.
Ρίχνει κι την τσουκνίτσα του τρία διπλά στους ώμους.
Βάζει και στην τσεπίτσα του κι δυο κι τρις χιλιάδες.
Δένει και στο μαντήλι του άλλες εννιά χιλιάδες.
Και βγήκε σε ψηλό βουνό κι σε έμουρφα τραπέζια.
Και κάτσε νιος στο φάει στο πιει κι έσωσε τις χιλιάδες.
Το μαύρο κι αν παζάρευε το μαύρο παζαρεύει.
Κι ο μαύρος τον χλιμίντριζε απ’ τη δαφνιά δεμένος.
’’Μη με πουλάς αφέντη μου και μη με παζαρεύεις.
μον ταΐζεμ πυκνά πυκνά και λιανοξέστριζέμε.
Να δρόησιε και το μαλλάκι μου να μοιάσει της λαφίνας.
Να δρόησιε και το ματάκι μου να μοιάσει της γερακίνας.
Και τότε αν θέλεις πούλαμε και στο παζάρι βγάλεμ’.
Κι αν θέλεις χίλιες δώσε με κι αν θέλεις δυο χιλιάδες.’’


Σεβασμένος- αρραβωνιασμένος
Τσιτάει ο νιος τη χάρπα του κι αρπάει το λιθάρι.
Κι βγήκε σε ψηλό βουνό ελάφι να κυνηγήσει.
Κυνήγησε, κυνήγησε κυνήγι δεν εβρίσκει.
Στον κάμπο κι αν κατέβηκε παίρνει να σεργιανίσει.
Σεργιάνισε σεργιάνισε σεργιάνι δεν εβρήσκει.
Βρίσκει περδίτσια από πηζαν παιδιά που λιθαρούσαν.
Μίλιομ τα ρίχνει πίσω τους και δυο μιλιόμ μπροστά τους.
Και από την μάγνα την πολύ κι της κορής λαχτάρας,
Τον κόπκει η φούντα τέσσερα κι το γαϊτάνι πέντε.
Και κόρη που τον γύρευε και χάνομς καλά τον γρεύει
Κι κείνη τον αγνάντευε από ‘να ψηλό τσαρντάκι.
’’Τι ‘χεις τι ‘χεις ρε νιούτσικο και βαριαναστενάζεις.’’
’’Με κόπκει η φούντα τέσσερα και το γαϊτάνι πέντε.’’
’’Σώπα σώπα βρε νιούτσικε και γω θα σου τα πλέξω.
Λίτρα θα βάλω γω μετάξι λίτρα κι αδερφή μου.
Θα πλέξω φούντα τέσσερα και στο γαϊτάνι πέντε.’’

Μανίτσα
Καλότυχες μανίτσα μου τους τρεις υγιούς από ‘χεις .
Ένας μαθαίνει τα γράμματα κι γι’ άλλους την αλφαβήτα.
Κι ο τρίτος ο μικρότερος μαθαίνει και την καβάλα.


Μικρό
Ένα μικρό να μικρούτσικο Σαββάτο γινομένου.
Σαββάτο μέρα γίνηκε την Κυριακή καυχιόταν.
Και τη Δευτέρα το ταχιά ξεβγήκε και παινιόταν.
Παινέθηκε παινέθηκε απ’ το ταχιά ως το βράδυ.
Στην αρμενιά θέλω να διαβώ μες τα σηδεροκάστρια.
Να κόψω λίτρα μάλαμα λίτρα μαργαριτάρι.
Να στείλω το συμπέθερο νύφη να πάει να φέρει.
Να φέρει νύφη απ’ άρχοντα κι από γραμματισμένο.
Να τη λαλούν και στ’ όνομα Βιργίτσα μαυρομάτα.


Τερζής
Στης Σαλονίκης το τσιαρσί καρσί στο μπιζερστέρι
Πέντε ραφτάδες έραφταν, ράφτουν κάμουν μαλώνουν
Κι ένα μικρό ραφτόπουλο ράφτει και δε μαλώνει
Κι ότι έραβε ότι έλεγε τς αγάπης τούτα λόγια
’’Καβάδι μου τινιλοτό και πικνογαζουμένο,
Τίνος κορμάκι θα σ’ φορέσει και πλάτες ανδρειωμένες.

Σεβασμένη- αρραβωνιασμένη
Κόρη στο τρίτο κάγκελο στέκει ακουμπισμένη.
Ζυά βαστάει στα χέρια της ζυά μαλαματένια.
Ζυά ζυάζει το κεντί ζυά και το μετάξι.
Στους πλούσιους δίνει πολύ και στους φτωχούς σα λίγο.
Κι απ’ όλα στους φτωχότερους μερίδιο δεν τους κάνει.
Μερίδιο δεν τους έκανε κι εγύρισαν οπήσω.


Αρχόντης νιόπαντρος

Αρχόντησα πως πρέπουν τα’ αργυράς κουμπιά στην πράσνια την τσόχα.
Έτσι πρέπει κι ο νιούτσικος να παίζει με την κόρη.
Στα γόνατα την έπαιζε στα μάτια την κοιτούσε.
Κι όταν λιανοψιχάλιζε τότε γλυκά φιλιόταν.


Μύλος
Άλεθε μύλεμ άλεθε της κόρης το κορμάκι
Να κάνς τ’ αλεύρι κόκκινο και την πασπάλει μελάνι
Για να περνούν γραμματικοί να παίρνουν το μελάνι.
Για να περνούν κι έμορφες να παίρνουν το φκιασίδι.


Τσιομπάνς
Εννιά χιλιάδες πρόβατα, εννιά αδέρφια τα βόσκουν
Τα τέσσερα παν για φιλί τα τέσσερα γι’ αγάπη.
Κι αφήν τον Κώστα μοναχό τον μικροκωσταντίνο.
Καλά Κώσταμ τα πρόβατα καλά να τα φιλάει
Σ’ αυτήν την ράχη την ψηλή σ’ αυτήν να τα βοσκήσεις
Σ’ αυτόν τον ίσκιο τον πλατύ σ’ αυτόν να τα σταλίσεις.
Σ’ αυτό το ρέμα το βαθύ σ’ αυτό να τα ποτίσεις.
Στο δικανίκι ακούμπησε λίγο ύπνο να πάρει.
Κι αν τ’ άκρουξε κι αν ξύπνησε κοπάδι δεν εβρίσκει.
Κοπάδι εδώ κοπάδι εκεί κοπάδι δεν εβρίσκει.
Σ’ αυτήν τη ράχη την ψηλή στην άλλη παποικήθει.
Κει βρίσκει του λύκου που κλαιγε, κλαίει μοιρολογάει.
Λύκεμ μην είδες πρόβατα του μύργιου του κοπάδι.
Σ’ αυτή τη ράχη την ψηλή στην άλλη παποικήθει
Εικεί είδα γω τα πρόβατα του μύργιου του κοπάδι.
Κι αχάμνησα να πάρω αρνί και πήρα προβατίνα.
Μέλαχει σκύλα χουντρή κι γι’ άλλη μαυρουμαλλούσα.
Με τσάκισαν τα εννιά πλευρά κι το ‘να το ποδάρι .
Κι απ’ έκει απού με σβάρνισαν χορτάρι δεν φυτρώνει.

Μάστορας – Ντουλγέρης

Ο μάστορας βολεύτηκε γιοφύρι να στεριώσει.
Γιοφύρι θεμελιογέφυρο της Άρτας το γιοφύρι.
Μως τετρακόσιους μάστορες μως χίλια μαθητούδια .
Ολημερίτσα χτίζανε το βράδυ αργά χαλούσε.
Πουλάκι πάει κι κόνιψε στην έξω την καμάρα.
Ουδέ λαλούσε σαν πουλί σαν όλα τα πουλάκια.
Μον ελαλούσε κι έλεγε μ’ ανθρώπινη λαλίτσα.
Άνθρουπου δεν στοιχειώσατε, γιοφύρι δεν στεριώνει.
Κι ούδε ξένων κι ούδε δικόν κι ούδε κάνα διαβάτη.
Παρά του πρωτομάστορα την όμορφη γυναίκα.
Το μαθητούδι προβόδισε μαστόρισσα να κράξει.
Κυράμ σε θέλει ο μάστορας κι πρώτος μου ντουλγκέρης.
Κι αν με φωνάζει για καλό να ‘λάξω και να έρθω
Κι αν με φωνάζει για κακό να έρθω όπως είμαι.
Κι αν άλλαξε στολίστηκε σαν άσπρη περιστέρα.
Στους κάμπους κι αν κατέβηκε στο μάστορα πηγαίνει.
Και τι με θέλεις μάροραμ και πρώτη μου ντουλγκέρη;
Το δαχτυλίδι μ’ ξέγειρα στη δέξα την καμάρα.
Και ποιος θα μπει και ποιος θα βγει το δαχτυλίδι να ‘βρει
Σώπα σώπα βρε μάστορη και γω θα σου το βγάλω
Εγώ θα μπω εγώ θα βγω το δαχτυλίδι να ‘βρω.
Τράβα τράβα ρε μάστορη τράβα για να με βγάλεις.
Κι αυτού που σέβηκες κορή μ’ ποτέ βγαλμόν δεν έχεις.
Έχω ψωμί που ψένεται και το παιδί μου κλαίει.
Και το ψωμί σου ψένεται και το παιδίς μερώνει.
Πως τρέμει το κορμάκι μου να τρέμει το γιοφύρι.
Κόρη μ’ το λόγος άλλαξε κι άλλη κατάρα δώσε.
Γιατί έχεις μονάκριβο αδερφό μη λάχει και περάσει.
Σίδηρο είναι καρδούλα μου σίδηρο και το γιοφύρι.


Τσιλιμπάκου
Πέντε καλιές τον γύρευαν δεκαοχτώ κουρίτσια.
Κι μια την άλλη έλεγε κι μια την άλλη λέει.
Μουρ άστον να τουν πάρου γω αυτόν τον τσιλιμπάκου.
Πέντι να φέρουν το νερό πέντι να τον ζυμώνουν.
Κι μια καλή βαϊό να στρώνει να κοιμάται.
Να στρώνει τα πάνω πανωτά τα μήλα στην ποδιά του.
Τα κόκκινα τριαντάφυλλα λουίρ στο μαχαλά του.


Νουντάς ( τελευταίο)
Επάνω στα τραπέζια μας χρυσά δεντρά φυτρώσαν.
Ήταν τα ντάλια τς αργυρά κι τα κλουνάρια τς άγια.
Κι κάτω στα ριζούδια τους παιδίτσια φουλιασμένα
Κατέβηκαν οι πέρδικες κι παίρνουν κι ανεβαίνουν
Παίρνουν δροσιά στα νύχια τους κι πάχνη στα φτιρούδια τς, δροσίζουν τον αφέντη μας παχνίζουν την κυρά μας
Ως άστρα έχει ο ουρανός τα φύλλα απ’ τα δέντρα
Της θάλασσας τα κύματα της πόλης τα καλούδια
Τόσα καλά να δώσει ο Θεός εδώ που τραγουδάμε
Και μεις πολυχρονίσαμε Χριστέ μας φύλαξέ μας

Κοπέλα
Μάναμ τη θυγατέρα σου μάναμ την ακριβή σου
Την έλουζε την χτένιζε στα σύννεφα την κρύβει.
Και σκόρπησαν τα σύννεφα και φάνηκε η κόρη
Κι φάγκαν τα σγουράτς μαλλιά τα ‘ρχοντικάτς πλιξούδια
Κι άλλος τα λέει είναι μάλαμα κι άλλος τα λέει ασήμι
Κι νιος από τη γύρευε κι χάναμς καλά τη γρέβει
Μάναμ δεν είναι μάλαμα μάναμ δεν είναι ασήμι
Μον είν’ τς κόρης σγουρά μαλλιά τα ‘ρχοντικάτς πλεξούδια.





Πέρπυρα
Πάρτει κι απ’ τον αφέντη μας πέντι δέκα πέρπυρα κι ένα βαρύ κανήσι, ότι τιμήσει ο Θεός τ` άλας του ψωμί
Τ` ασήμι τ` αλουγάρι τίμα πνευματικό ρίζα στον νιό
Πάντα να έχει Θεός και να δίνει σαράντα παλικαράκια μορφή καέν καρδιά να μη ραγίσει ( ήχου χου ) .


Της στράτας
1
Βρε κι απ’ έδου διάβηκε Χριστός με δώδεκα αποστόλους κι πάλι πίσω γύρισε μ’ άλλους εννιά αρχαγγέλους.
Βρ ως εκεί που πάει κι διάερε χρυσά δεντρά φυτρώσαν
Ήταν τα ντάλια τς αργυρά κι τα κλουνάρια τς άγια
Βρ προφήτης τον ελάλησε Χριστού τα πάθη λέει
Κατέβα κάτου συ Χριστέμ τσα αναβαργιά τα σπίτια
Βρ να κρίνεις δίκιους κι άδικους αμαρτωλούς και ψεύτες
Να κρίνεις και μένα τον άδικο αμαρτωλό και ψεύτη.

2
Βρε σαράντα μέρες έχουμε Χριστό που καρτηράμει
Αχ κι απου σαράντα κι μπρουστά τώρα Χριστός γεννιέται
Βρε γεννιέται κι αναθρέφεται στο μέλι και στο γάλα
Αχ το μέλι τρων οι άρχοντες και τα κεριά στους άγιους
Αχ και το μελισσοβότανο φορούν τα παλικάρια.

3
Βρε Χριστούγεννα Χριστούγεννα τώρα Χριστός γεννιέται
Αχ γεννιέται κι αναθρέφεται στο μέλι και στο γάλα.
Βρε το μέλι τρων οι άρχοντες και τα κεριά στους άγιους.
Αχ και το μελισσοβότανο φορούν τα παλικάρια.
Και σένα πρέπει αφέντη μου να σύρεις το δοξάρι.
Να κρούξει πύργους να ροΐδει καμάρι να χαλάσει.
Βρε να πάρει νιος τη νιούτσικη και νιος τη μαυρομάτα.
Να πώχει το μάτι σαν ελιά το φρύδι σαν γαϊτάνι.

Βρε δεν ακούς περιστερούδα μου ήρθα στου μαχαλά σου.
Αχ κι μαχαλά σου ξύπνησε κι εσύ βαριά κοιμάσαι.
Βρε κι αν κοιμάσαι ξύπνησε κι αν κάθισει έβγα έξω.
Αχ κι αν είσαι με τη μάνα σου να ‘ρθώ με το κανίσι.
Βρε κι αν είσαι με τα αδέρφια σου να ‘ρθώ με το μπουκάλι
Αχ κι αν είσαι με άλλον άγουρο να ‘ρθώ με το μαχαίρι
Σένα να κόψω τα μαλλιά κι εκείνον το κεφάλι.
Βρε χαρείτε παλικάρια μου, χαρείτε να χαρούμε.
Αχ κι μια φορά είναι η λεβεντιά κι μια φορά τα νιάτα.
Βρε κι μια φορά περπάτησα αντάμα παλικάρι.
Αχ ξήντα κορίτσια φίλησα κι ως χίλιες παντρεμένες.
Βρε κι παπαδιές καλόγριες λογαριασμό δεν έχουν.
Αχ τη Στάμω δεν τη φίλησα γυρίζει πικραμένη.
Βρε Στάμω κι αν θέλεις φίλημα κι αν θέλεις μαύρα μάτια
Αχ πάρε κι έλα μια βραδιά την Κυριακή το βράδυ.
Τότε θα πάρεις φίλημα θα πάρεις μαύρα μάτια.

4
Βρε μουστάκι μου καραμπογιά φρυδούδι ‘μ γαϊτανάτου
Αχ δεν έπρεπε στον Μπορκ…. Με δυο με τρεις αλσίδες
Βρε μον έπρεπες στο φάει στο πιεί μαζί με την καλή σου.
Αχ να τρως τα’ αρνούδια τσεβρεμέ τις πέρδικες ψημένες.
Να πεινς και το γλυκό κρασί τρία χρονών λαγάρα.


5
Βρε θα μάσω τσάκνα κι κλαδιά να φτιάξω μια τσιαρκώλα
Αχ να πέσω μέσα να καώ για μια παπαδοπούλα
Βρε παπαδοπούλα αντάμωσα που ‘ρχόταν απ’ αμπέλι.
Αχ βαστάει τα μήλα στην ποδιά τα ρόιδα στο μαντήλι
Βρε ένα μήλο της γύρεψα κι αυτή μου ‘δωσε πέντε (5).
αχ δε θέλω γω τα μήλα σου τα τσιαλαπατημένα.
Βρε μον θέλου το κορφούδι σου το μοσχομυρισμένο.
Αχ κι αν θέλεις τον κορφούδι μου τον μοσχομυρισμένο.
Βρε πάρε κι έλα μια βραδιά την Κυριακή το βράδυ.
Αχ μάναμ θα πάει στην εκκλησιά κι ο κύριός μου στ’ αμπέλι.
Βρε τ’ αδέρφια τα’ ξαδέρφια μου θα πάνε στο κυνήγι.
Αχ θ’ αφήσω πόρτες ανοιχτές και τα σκυλιά δεμένα.
Τρία ντουσέρια έχουμε τα τρία αράδα αράδα.
Στο ‘να κοιμάται η μάνα μου κι στ’ άλλου η αδερφή μου
Βρε στο τρίτο το καλύτερο κοιμάμαι μοναχή μου.
Αχ πάρε τον ίσκιο τς αστριχιάς και συρε σαν το φίδι
Βρε να μη σ’ απκάσει η μάνα μου κι η σκύλα η αδερφή μου.
Αχ τότε θα πάρεις φίλημα θα πάρεις μαύρα μάτια.


6
Βρε παλιός πλουκός δε σέβητει καινούριος δεν πατιέται
Αχ καινούρια αγάπη και παλιά με βάλανε στη μέση
Βρε γυρίζω βλέπω την παλιά καινούρια δεν μ’ αρέσει
Αχ καινούρια αγάπη αγάπησα παλιά δεν αστουχέτει


7
Βρε π’ αρχόντη σπίτι βγαίνουμει σ’ αρχοντικό θα πάμε
Αχ κι εκεί που θα πάμει μεις κορή μ’ κουράσιο δεν παέχει
Βρε δεν μαγειρεύουν δεν πεινούν, δεν στρώνουν δεν κοιμούνται


8
Βρε σ’ αυτά τα σπίτια τα ψηλά τα μάρμαρο στρωμένα
Αχ κι αυτού κοιμάται αφέντης μας μ’ ως χίλια παλικάρια
Βρε κοιμάται κι κυρούδα μας με ξήντα δυο βαϊστρες
Και τις βαϊστρες λάλησε και τις βαϊστρες λέει
Βρε για σιούκτει σεις βαϊστρες μου κι ανάψτε τις καντήλες
Ανάψτε τις καντήλες μας τις πράσινες λαμπάδες.



9
Βρε θα σηκωθεί κυρούδα μας στην εκκλησιά να πάει
Αχ κι αν άλλαξει στολίστηκε σαν άσπρη περιστέρα
Βάζει τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι αστήθη.
και τον καθάριο αυγερινό τον βάζει δαχτυλίδι.


10
Βρε κι νύχτωσε κι σήμερα πάει κι τούτη μέρα
Αχ παν τα πουλάκια στις φωλιές κι λυγερές στις βρύσες.
Βρε παίρνω και γω το γρήγορο να φτάσω στο κονάκι.
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
 
ΤΟ ΣΤΕΚΙ ΤΗΣ ΧΟΡΩΔΙΑΣ
Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή 
Σελίδα 1 από 1

Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτήΔεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης
Τα Δίδυμα Τείχη|Αρχική :: Η ΚΑΦΕΤΕΡΙΑ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΜΑΣ-
Μετάβαση σε: