ΦόρουμΦόρουμ  Το site μαςΤο site μας  ΗμερολόγιοΗμερολόγιο  Συχνές ΕρωτήσειςΣυχνές Ερωτήσεις  ΑναζήτησηΑναζήτηση  ΕγγραφήΕγγραφή  Σύνδεση  
Πείτε μας την γνώμη σας
polls & surveys
Share | 
 

 ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟ ΓΑΜΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Go down 
ΣυγγραφέαςΜήνυμα
vicky



Αριθμός μηνυμάτων: 133
Βαθμοί: 179
Ημερομηνία εγγραφής: 02/01/2010
Ηλικία: 41
Τόπος: Διδυμότειχο

ΔημοσίευσηΘέμα: ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟ ΓΑΜΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ   02.01.10 23:44

Ήθη και έθιμα κατά τη γέννηση, το γάμο και το θάνατο

Γέννηση


Κατά τα παλιά χρόνια, πολύ πιο έντονα απ’ ότι σήμερα, η γυναίκα θεωρούνταν άξια και προκομμένη μόνο εάν έκανε παιδιά. Η πεθερά τότε παινεύονταν κι έλεγε ( νύφ’ είν’ αγκαστρουμέν έχ πέντι μήνις. Να δγιούμ τ’ αμάς καμ ). Η έγκυος δεν έπρεπε να κλέψει τίποτε, διότι ό,τι έκλεβε, το έβγαζε το παιδί πάνω στο σώμα του. Επίσης την γιορτή του Αγίου Συμεών, 3 Φεβρουαρίου, δεν έκοβε με μαχαίρι ή με ψαλίδι ούτε κι έραβε για να μη βγάλει το παιδί της σημάδι. Από την προηγούμενη ημέρα, η γυναίκα έκοβε το ψωμί που θα χρειαζόταν για την επομένη, έκανε το φαγητό της κι έκρυβε τα μαχαίρια και τα ψαλίδια, για να μην τα βρει κανένας σπιτικός και κόψει. Το έθιμο αυτό διατηρείται ακόμα και σήμερα.
Κατά τη γέννα φώναζαν στο σπίτι τη μαμή ( αμαθής γριά) Η πρώτη δουλειά της μαμής ήταν να ξεκουμπώσει την ετοιμόγεννη και να την βάλει να καθίσει σε σκαμνί. Για να διευκολύνει τη γέννα έκανε το σταυρό της κι έλεγε σαν προσευχή κάτι ακατάληπτα λόγια. Αφού γεννιόταν το παιδί, η μαμή του έδενε τον αφαλό και τον έκοβε. Μετά έκαιγε μαλλί και τη στάχτη του την έβαζε πάνω στον αφαλό, ίσως για να κλείσει η πληγή. Έπειτα έπαιρνε τη ρόκα, στην οποία περνούσε ένα κρεμμύδι κομμένο και τα μιτάρια του αργαλιού και τα έβαζε στο προσκέφαλο της λεχώνας για να διώξουν τα κακά πνεύματα. Έφερναν εν συνεχεία μια αγκαλιά χόρτα, τα έβαζαν πάνω σε μια ψάθα, έβαζαν από πάνω ένα τσουβάλι κι εκεί ξάπλωναν τη λεχώνα, όπου έμενε για τρεις μέρες. Ακόμα, έπαιρναν πέτρες, τις ζέσταιναν καλά (τις έκαιγαν), τις έβαζαν μέσα σε μια σκάφη, έβαζαν από πάνω ένα σανίδι κι εκεί πάνω
πατούσε η λεχώνα για να ζεσταθεί. Το παιδί το αλάτιζαν καλά και το τύλιγαν με φασκιές. Το ξετύλιγαν και του έκαμαν μπάνιο μετά από τρεις μέρες. Ύστερα καλούσαν τον παπά να διαβάσει
την ευχή. Αυτήν ακριβώς την ημέρα, καλούσαν όλους τους συγγενείς και τους φίλους και τους κάνανε τραπέζι (φώναζαν τσ’ Παναγιάς το ψωμί
Για είκοσι σχεδόν μέρες η γριά μαμή επισκεπτόταν τη λεχώνα, για να τη βλέπει (πως παέν ). Το βράδυ που θα γύριζε σπίτι της, έπρεπε να της δώσουν ψωμί και φαγητό, κι αυτό γιατί πηγαίνοντας προς το σπίτι της, θα την συναντούσε η Παναγιά κι έπρεπε να έχει φαγητό για να της προσφέρει.
Η λεχώνα για 40 μέρες δεν έπρεπε να βγει καθόλου από το σπίτι της, μα κι όταν νύχτωνε, δεν επιτρεπόταν να μπαίνει κανένας μέσα στο δωμάτιό της. Έξω από την πόρτα της, μόλις νύχτωνε, έβαζαν αναμμένα κάρβουνα για να καεί ο διάβολος. Μαζί με τα κάρβουνα έβαζαν και θυμίαμα για να φύγουν τα κακά πνεύματα. Αν τύχαινε να πάει κάποιος νύχτα στο σπίτι της λεχώνας εν συνεχεία ν’ αρρωστήσει το παιδί, απέδιδαν την αρρώστια στο άνοιγμα της πόρτας και στην είσοδο των κακών πνευμάτων, οπότε το παιδί λέγανε πως ήταν νυχτοπατημένο. Έτσι καλούσαν πάλι τη μαμή που τα ήξερε όλα και, αφού έκανε τη γνωμάτευσή της, έλεγε και τον τρόπο θεραπείας.
Αν ήταν νυχτοπατημένο έπρεπε να πάνε το παιδί σ’ ένα σταυροδρόμι και να το αφήσουν εκεί αρκετή ώρα μέχρι να φύγουν τα κακά πνεύματα. Αν όμως ήταν το παιδί σφηνουμένου, τότε για να γίνει καλά, η μαμή το περνούσε από τις σφήνες. Δηλαδή πήγαινε η μαμή με το παιδί στο ύπαιθρο, όπου θα έβρισκε βάτους. Εκεί, με μια κλωστή έδενε δυο κλαδιά του βάτου, έτσι που να σχηματίζεται είδος βρόγχου και μετά περνούσε το μωρό τρεις ή εννιά φορές, ψιθυρίζοντας ασυνάρτητες λέξεις.
Σε άλλη πάλι αρρώστια η μητέρα έπρεπε να αφήνει το άρρωστο παιδί της, πάνω σε ένα μνήμα ( πάντα τη νύχτα ) και ο πατέρας να το παίρνει, χωρίς να μιλιούνται.
Αρρώστια επικίνδυνη για το νεογέννητο ήταν και η βασκανιά, δηλαδή το μάτιασμα. Για να αποφεύγουν το κακό μάτι έδεναν στο χεράκι του μωρού βασκαντούρα, δηλαδή
γαλάζια χάντρα. Γι’ αυτό το λόγο, όταν κάποιος όταν κάποιος πήγαινε να δει το μωρό, έπρεπε να αφήσει και μια κλωστή από τα ρούχα του. Με τις κλωστές αυτές το βράδυ κάπνιζαν το παιδί.
Εάν η λεχώνα δεν είχε πολύ γάλα, καλούσαν τη βυζάχτρα, μια γυναίκα που είχε μικρό παιδί και πολύ γάλα για να βυζάξει το νεογέννητο. Η δε λεχώνα για να κατεβάσει γάλα έπρεπε να φάει, με υπόδειξη της μαμής, ένα κρεμμύδι ωμό.
Σαράντα μέρες μετά τη γέννα, η λεχώνα μαζί με τη μαμή, πήγαιναν στην εκκλησία για να σαραντίσει. Αν το μωρό ήταν κορίτσι, το σαράντιζαν δυο τρεις μέρες νωρίτερα για να βγει πιο γρήγορα το τυχερό του ( να παντρευτεί γρήγορα ).
Πολλά από τα έθιμα αυτά , όπως το σαράντισμα, η βασκανία , το κλέψιμο της εγκύου, η απαγόρευση χρήσης μαχαιριού κατά την ημέρα του Αγίου Συμεών, διατηρούνται μέχρι και σήμερα.

Βάπτιση


Από την ημέρα που θα γεννιόταν το παιδί και μέχρι που θα το βαπτίζανε, αν ήταν αγόρι, το έλεγαν Γκούλιου, αν ήταν κορίτσι το έλεγαν Τσίπου.
Κατά τη βάπτιση του παιδιού και τη στιγμή που ήταν να πει ο νονός όνομα, τα παιδιά της σχολικής ηλικίας, περίμεναν να ακούσουν το όνομα και να τρέξουν να το πουν στους γονείς του μωρού, οι οποίοι έμεναν στο σπίτι
για να πάρουν το φιλοδώρημά τους (δραχμές ή καραμέλες). Έτσι όταν θέλουν να δείξουν πως είναι μεγαλύτερα στην ηλικία από κάποιον λένε. Γω σ΄αυτόνα κόσεψα στα βαφτίσια. Το όνομα του παιδιού, μόνο ο ανάδοχος είχε το δικαίωμα να το δώσει. Τον θεωρούσαν δε σεβαστό πρόσωπο και τον τιμούσαν πάρα πολύ.
Μετά τη βάφτισή του το παιδί έπρεπε να μείνει μέσα στο λαδόπανο για 24 ώρες. Μετά από τρεις μέρες ο ανάδοχος
έβγαζε τα λάδια του μωρού (του έκανε μπάνιο), πράγμα που γίνεται και σήμερα. Συνήθως τα παιδιά έπαιρναν και παίρνουν το όνομα των παππούδων και των γιαγιάδων. Καμιά φορά όμως όταν συνέβαινε να μην ζουν τα μικρά μιας οικογένειας τότε άλλαζαν το όνομα του παιδιού και του έδιναν κάποιο ξένο όνομα. Π.χ. Ζήση (για να ζήσει), Θεοχάρη (ο θεός να το χαρίσει), Γιάννη (για να γιάννει), Πολυχρόνη (να ζήσει πολλά χρόνια) κ.λ.π.

Γάμος


Το προοίμιο του γάμου ήταν και είναι τα αρραβωνιάσματα Με την συγκατάθεση κυρίως των γονέων και με τη θέληση των νέων γινόταν ο αρραβώνας.
Ο νέος έστελνε δυο τρεις ηλικιωμένους άντρες από τους συγγενείς του, στο σπίτι του κοριτσιού, ως προξενητάδες. Την ίδια βραδιά ή την άλλη μέρα η γειτονιά σχολίαζε (Γιωρς προυβόδσει στην Πουστόλου, δηλαδή ο Γιώργος έκανε πρόταση γάμου στην Αποστολιά). Αν το κορίτσι αγαπούσε το παιδί και ήθελαν και οι γονείς, τότε λέγανε στους προξενητάδες. Ελάτι κι αύρου το βράδ΄(σημείο ότι η δουλειά θα γίνει), αν όμως δεν ήθελαν τους έκοβαν με την πρώτη βραδιά, γιατί συνήθως τα προξενιά γινόταν τα βράδια.
Σε περίπτωση που τα ταίριαζαν, άλλαζαν τα σημάδια (κουφέτα, καρύδια, σύκα, κανένα δώρο, δεμένα όλα μαζί σ΄ένα μαντίλι) αφού πρώτα συμφωνούσαν, το μπαμπά χακί, δηλαδή το χρηματικό ποσό που έδινε ο πατέρας του αγοριού στον πατέρα του κοριτσιού.
Την αυγή έβγαιναν στην αυλή του κοριτσιού και φώναζαν τρεις φορές ίχουχου. Αυτό σήμαινε ότι το γεγονός είναι τελειωμένο.
Ύστερα από λίγες μέρες έκαμαν τον επίσημο αρραβώνα. Ο γαμπρός , μαζί με τους συγγενείς του, πήγαιναν στο σπίτι της νύφης, χορεύοντας και τραγουδώντας.

Το πιο συνηθισμένο τραγούδι ήταν

Αυτά τα μαύρα που φουράς
Ελένη μ΄αμάν
δεν τα φοράς για λύπη
μόν΄τα φοράς για ουμουρφιά
κι για χουβαρνταλίκι .
Αυτά τα μαύρα που φουράς
ιγώ θα συ τα βγάλου
θα συ φουρέσου κόκκινα
κι ύστερα θα συ πάρου.
Το γλέντι συνεχιζόταν στο σπίτι της νύφης, όπου η νύφη χάριζε σε όλους δώρα. Στον γαμπρό πουκάμισο, στον πεθερό πετσέτα, στην πεθερά μαντίλα και σε όλους τους άλλους μαντίλια. Μετά πήγαιναν με τα δώρα στο σπίτι του γαμπρού και συνεχιζόταν το γλέντι. Οι άντρες έβαζαν τα μαντίλια στα ζουνάρια τσ’ και χόρευαν.
Μεταξύ αρραβώνα και γάμου οριζόταν ένα χρονικό διάστημα, δυο, τριών, ή και πέντε χρόνων. Κατά το διάστημα αυτό το κορίτσι έκανε την προίκα.
Οι διατυπώσεις του γάμου άρχιζαν από την Δευτέρα, όπου οι συγγενείς, φιλεύονταν στα σπίτια της νύφης και του γαμπρού, τα οποία όλοι μαζί καθάριζαν λίγες μέρες πριν.
Το απόγευμα της Τετάρτης μαζεύονταν τα κορίτσια και χόρευαν στο σπίτι της νύφης.
Την Πέμπτη μαζεύονταν όλοι οι συγγενείς κι άλεθαν το πλιγούρι για τα φαγητά του γάμου.
Την Παρασκευή ζύμωναν το πρωτόψωμο (μπουγάτσα, ψωμί). Το ζύμωναν τρεις γυναίκες συγγενείς και πρωτοστέφανες. Πάνω σ’ αυτό έβαζαν λίγο βασιλικό κι ένα κόκκινο πανί. Ύστερα χόρευαν όλοι γύρο από το πρωτόψωμο σπάζοντας κομμάτια απ’ αυτό, τα οποία έτρωγαν για να έχουν γεροσύνη.
Το βράδυ της παρασκευής γινόταν οι μαυρές. Αν τυχόν κάποιος από τους συγγενείς της νύφης πήγαινε στο σπίτι του γαμπρού ή το αντίθετο, τον μαυρίζανε.
Το Σάββατο το βράδυ έπαιρναν τα λαλήματα οι συγγενείς του γαμπρού και πήγαιναν χορεύοντας στο σπίτι της νύφης, όπου της χάριζαν δώρα, συνήθως χρήματα. Εκεί γινόταν γκίκνες. Η γκίκνα ήταν κόκκινο χρώμα με το οποίο έβαφαν η νύφη και οι κοπέλες τα νύχια τους ως εξής¨ έβαζαν τη γκίκνα μαζί με το νερό σε μια πήλινη κούπα κι εκεί βουτούσαν τα χέρια τους για να βαφτούν.
Για να τα στεγνώσουν, τα τύλιγαν με βαμβάκι και για να διασκεδάσουν έβαζαν φωτιά στο βαμβάκι. Με το αστείο αυτό γελούσαν πολύ. Στη συνέχεια έπαιρναν την κούπα στα χέρια και τη χορεύανε όλοι με τη σειρά τραγουδώντας διάφορα τραγούδια.

Δυο βασιλιάδες πολεμούν (προσπαθούν)
για να συμπεθεριάσουν
κι τώρα π’ συμπιθέριασαν
κάθονται τρων κι πίνουν.
Χρυσά τ’ αν τα τραπέζια τσου
κ’ ουλάργυρα τ’ αγγειά τσου

κι εκεί που τρώγαν και πίναν
κι που χαρουκουπιόνταν
πουλάκι πάει κι έκατσι
δεξιά μιριά στην τάβλα
Κόρη ξανθή πικραίνιτι
Μάνη μ’ σαν έρθει βασιλιάς
για πώς να τουν τιμήσω
κι αν έρθει του βασιλόπουλου
για πώς θα ξηβραδιάσου.

Ένα άλλο τραγούδι με το οποίο χορεύανε τη γκίκνα. Ήταν.

Ξετύλιετει το τσιαρντάκι
να γύρου γω να κριμιστώ
να γίνου στάχι’ κι κουρνιαχτός
να δω την κόρη απογαπώ
πώς σέτει που λυγίζιτει
πώς βιργουσυντακνίζιτει

Ένας άγουρος απ’ τη φραγκιά
κόρη απ’ την Ανατουλή
ήρθαν και ανταμώθηκαν
στον Απλην τουν πουταμό
Κόρη τουν παρακαλεί
πέρασιμ’ αγόρι μου
πάριμ’ του ζουνάρι μου.

Η κυρίως μέρα του γάμου ήταν η Κυριακή.

Από το πρωί μαζευόταν στο σπίτι του γαμπρού οι χαρίσιοι (συγγενείς του γαμπρού). Αφού έτρωγαν και έπιναν, πήγαιναν χορεύοντας με συνοδεία γκάιντας στο σπίτι της νύφης, έπαιρναν την προίκα (τα’ μπόοι) και την
πήγαιναν στο σπίτι του γαμπρού. Έπειτα πήγαιναν στο σπίτι του κουμπάρου (παράνυμφου) τραγουδώντας.

Γιωρς (το όνομα του γαμπρού) ασκέρι έμασει
στουν νούνουτ για να πάει
μη τετρακόσις έμουρφις
μη χίλια παλλικάρια
μπρουστά παένουν χιλ’ νουμάτ’ (άνθρωποι)
κατόπι πιντακόσοι
στη μέσ’ παένει Γιωρς
σα μήλου μαραμένους
σα μήλου σαν τριαντάφυλλου
σαν τσ’ άνοιξης λουλούδι.

Ο κουμπάρος ήταν έτοιμος και περίμενε με το φλάμπουρο, ένα είδος σημαίας από κόκκινο και άσπρο μαντίλι δεμένα σε ένα ξύλο που στην κορυφή του υπήρχε ένας σταυρός και τρία μήλα. Το φλάμπουρο το κρατούσε ένα παιδί από τη στενή συγγένεια του γαμπρού και όλοι μαζί, πήγαιναν στο σπίτι της νύφης, όπου φίλευαν τον κουμπάρο.
Στο σπίτι του γαμπρού, ενώ τον στόλιζαν, του ‘λέγαν διάφορα τραγούδια.


Ναι κυρ γαμπρέ καμαρωμένε
πού ‘θε έμαθες να καμαρώνεις
ήταν μάνα μου καμαρουμένη
κι έμαθα κι γώ να καμαρώνου
κι άι μανίτσαμ’ καλή μου μάνα.

Στο δε σπίτι της νύφης τα κορίτσια στόλιζαν τη νύφη τραγουδώντας.

Αγάλια αγάλια χτένι μου
να μη ραΐσει η τρίχα

κι θα ασκημίν’ η νύφ’
θα πάει σι ξένου κόσμου
θα κάμει ξένη μάνα
θα κάμει ξένου κύριου
ξένα αδέρφια κι αξαδέρφια .

Σήκου πέρδικα σήκου αηδόνιμ’
Να σι βάλουμι τα χρυσά στολια
κι τη χρυσή τη σκέπη
να σι ντύσου κι τη χρυσή τη γούνα.

Ο στολισμός της νύφης κρατούσε αρκετή ώρα και αποτελούνταν από ένα πουκάμισο κόκκινο, φουστάνι κόκκινο, τσουράπια ( κάλτσες ) λευκά, υποδήματα δερμάτινα κίτρινα με κόκκινες φούντες και σκέπη προσώπου κόκκινη, γιατί δεν έπρεπε να φαίνεται το πρόσωπο της νύφη
Η ενδυμασία του γαμπρού αποτελούνταν από το πουκάμισο, το τζιαμαντάν, το σιαλβάρ, τα γιμινιά, τα τσιαπράξια ( δυο ταινίες υφάσματος δεμένες χιαστί στο στήθος ) και το κόκκινο σαρίκι ( κάλυμμα της κεφαλής ).
Μετά το στόλισμα της νύφης χόρευαν το πρωτόψωμα, τραγουδώντας.
Προυτόψωμα, Προυτόψωμα
κι πρώτου ζυμουμένου
κι ποιος του προυτουζύμουσει
κι ποιος θα του χουρίσει
Μαρία ( όνομα νύφης ) του προυτουζύμουσει
Μαρία θα του χουρίσει.

Έπειτα ξεκινούσαν για την εκκλησία όλοι μαζί, ενώ οι κοπέλες τραγουδούσαν.

Αφήνεις γεια τη μάνα σου
τρία γυαλιά φαρμάκι
τόνα να πίνει του ταχιά ( πρωί )

τ’ άλλου του μισημέρι
του τρίτου του φαρμακερό
αντά δειπνούν κόσμους
δειπνούσαν μάνις μι τα πιδιά
κι πιθιρές μι τσ’ νύφις
δειπνάει κι μεις Μαρία μας
χουρίς την αδελφή της.

Δε σ’ έλιγα μουρ’ μάνιμ
τουν ξένουν μη τουν θέλεις
κι μη τουν συμμαζώνεις
ξένους γυρεύει κόρ’
κι εσύ κόρη δεν έχεις.
Τ’ άλουγου του σιλουμένου
στη μηλιά είνι διμένου
όποιος διάβει κι του λύσει
χίλια γρόσια θα μετρήσει
κι άλλα χίλια θα ξουδιάσει
κι έτσι θα πάει ν’ αγαπήσει.

Όταν έφταναν στην εκκλησία και την ώρα του μυστηρίου τα κορίτσια καθόταν έξω και χόρευαν με το τραγούδι.

Τούτ’ του μήνα κι τουν άλλουν
εκκλησία θέλου να χτίσου
θέλου να τη ζουγραφίσου
να λαλούν τα αηδόνια μέσα.
Το ‘να γράφει κι τα’ άλλου λέει
Τα’ άλλα δυο λαλούν κι λένε
- Τ’ όμουρφου του παλικάρι
παίρνει άσκημη κουπέλα.

Σχετικό ήταν και το τραγούδι.

-Μακρυά μάνιμ’ αγάπησα.
-Ας είνι γιέμ ας έινι
σεις μούνι να τιριάσιτι
μεις θα συμπεθεριάσουμι.
-Ταίριασαν μάνιμ’ ταίριασαν
ταίριασαν συμπιθέριασαν
πάνουν να πάρουν τη νύφη
σαν πάνουν κι την ίφιραν
στην ικκλησιά την πάιναν
κι σαν την ίδει ικκλησιά
τα κεραμμύδια γύρισαν
παπάδες κουντουστάθηκαν
στέκτει να ρουτήσουμι
Τούρκισα είνι Ρουμιά είνι
κι δε Τουρκιά κι δε Ρουμιά
25

μούν’ είνι ρουμιουκατσίβελα.


Μετά το τέλος της στέψης γύριζαν στο σπίτι του γαμπρού και η μάνα του, όταν επρόκειτο να μπει το αντρόγυνο μέσα, έβαζε στο κατώφλι της πόρτας ένα σίδερο για να πατήσει πάνω το αντρόγυνο, ώστε να είναι γερό σαν σίδερο. Τα κορίτσια τραγουδούσαν.

Έβγα μάικουμ’ έβγα
να δεις του γιός τι φέρνει
φέρνει μια πέρδικα γραμμένη
κι μια ζουγραφισμέν
αυτή πουλιά θα βγάλει
κι αυτή θα ξεφουλιάσει.

Τραγουδώντας ακόμα το τραγούδι αυτό, έδιναν στη νύφη λίγδα (λίπος χοιρινό) και με τα δάχτυλά της άλειφε το πάνω μέρος της πόρτας και τελείωνε το πρώτο μέρος του γάμου.
Το βράδυ της ίδιας μέρας οι χαρίσιοι πήγαιναν τα κανίσια (φαγητά) κάθε ένας το δικό του και με την εντολή του κουμπάρου, άρχιζε το φαγοπότι και η διασκέδαση. Μετά το γλέντι η νύφη δώριζε σ’ άλλον πουκάμισο, σε άλλον μαντίλι, κάλτσες κ. λ. π. Έφευγαν για τα σπίτια τους, αφού πρώτα χαιρετούσαν τη νύφη, της έδιναν δηλαδή κάποιο φιλοδώρημα

Το πρωί της Δευτέρας έβαζαν τη νύφη να σκουπίσει κι ενώ αυτή σκούπιζε, κάποιοι σκόρπιζαν τα σκουπίδια, δήθεν δεν ξέρει να σκουπίζει καλά, ενώ οι χαρίσιοι κερνούσαν γλυκά στο σπίτι της νύφης και του κουμπάρου.

Μετά ο γαμπρός εξέταζε τη νύφη αν είναι παρθένα ή όχι (αυτό γινόταν κατ΄ απαίτηση του κουμπάρου και
μπροστά σε άλλα συγγενικά πρόσωπα). Αν ήταν σωστή –παρθένα-, το έριχναν στο γλέντι. Αν δεν ήταν, τα πρόσωπα όλων γίνονταν σοβαρά και σκυθρωπά και η απόφαση για τα παραπέρα έμενε στο γαμπρό, γιατί πιθανόν να έφταιγε αυτός.

Το απόγευμα της ίδιας μέρας η νύφη με την κουμπάρα (μόνο γυναίκες) πήγαιναν με συνοδεία της γκάιντας στο πηγάδι κι εκεί έσπαζε ένα πήλινο πιατάκι με το πόδι και όσα κομμάτια γινότανε αυτό, τόσα παιδιά θα έκανε.

Την ίδια μέρα γινόταν αγώνες πάλης μεταξύ παλαιστών ακόμη και ξένων χωριών. Ο νικητής έπαιρνε βραβείο (ένα πρόβατο, ύφασμα κ. ά.) που έβαζε ο πατέρας του γαμπρού.


Για τρεις μέρες η νύφη, δεν επιτρεπόταν να βγει έξω για να μην αρμενιάσει (αρρωστήσει), Τα στρώματα όπου
κοιμόταν το αντρόγυνο δεν τα σήκωναν μέχρι την Τετάρτη.

Την Τετάρτη το πρωί η νύφη και ο γαμπρός φρόντιζαν να αφήσουν μερικές δεκάρες και δραχμές στα στρώματά τους για να τις βρει αυτός που θα τα σήκωνε. Ακόμη έπρεπε να πάνε οι δυο τους πρωί –πρωί στο πηγάδι να πάρουν νερό (πριν πάει άλλος) και να αφήσουν εκεί μια κουλούρα (ψωμί) και λίγα κέρματα. Όποιος πήγαινε μετά το αντρόγυνο στο πηγάδι και τα έβρισκε θεωρούνταν τυχερός.

Με την τελευταία διατύπωση τελείωνε ο γάμος.

Θάνατος


Οι άνθρωποι πίστευαν παλιότερα όπως και τώρα ότι ο μελλοθάνατος καταλάβαινε το τέλος του με όνειρα. Έβλεπε δηλαδή στον ύπνο του δικούς του φίλους του που είχαν πεθάνει πριν από πολύ καιρό.
Όταν ο άρρωστος ψυχορραγούσε και αργοπέθαινε οι δικοί του καλούσαν τον παπά να του διαβάσει (τριτοβάγγελου) και να τον μεταλάβει (κοινονίς). Αφού πέθαινε τον άλλαζαν, του έβαζαν δηλαδή καινούρια ρούχα, τον άναβαν κανδήλα και έστελναν ένα άνθρωπο να χτυπήσει την καμπάνα της εκκλησίας, ειδοποιώντας έτσι πως κάποιος πέθανε στο χωριό.

Όλο το διάστημα που ο νεκρός ήταν στο σπίτι πρόσεχαν να μην τον διασκελίσει (να μην περάσει από πάνω του) κανένα ζώο (γάτα, σκύλος) γιατί θα γίνει βρυκόλακας.

Όταν θα γινόταν η μεταφορά του νεκρού στο μέρος όπου ήταν πεσμένος έμπηγαν ένα καρφί και έσπαζαν ένα δοχείο για να μην πεθάνει κι άλλος από το σπίτι. Κλαίγοντας με φωνές τον οδηγούσαν στον τάφο. Εκεί πριν βάλουν το φέρετρο μέσα στον τάφο, έκοβαν το σάβανο σταυρωτά, έλυναν τα χέρια του και τα πόδια του που μέχρι τότε ήταν δεμένα και μετά τον έθαβαν.

Κατά την μεταφορά του νεκρού από το σπίτι στην εκκλησία και από εκεί στο νεκροταφείο ο παπάς δεν επιτρεπόταν να δει προς τα πίσω για να μην πεθάνει κι άλλος στο σπίτι.

Όταν επέστρεφαν στο σπίτι πλυνόταν όλοι πάνω στα εργαλεία με τα οποία σκάφτηκε ο τάφος. Έπειτα και αφού γινόταν η μακαρία (τρισάγιον) καθόταν και τρώγανε από τα φαγητά που είχαν φέρει (παρηγοριά), οι γυναίκες έπιναν κρασί για να σχουρέσ τον πεθαμένο λέγοντας (τ’ άσχουρέστον), ο θεός
Επιστροφή στην κορυφή Go down
 

ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟ ΓΑΜΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή 
Σελίδα 1 από 1

Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτήΔεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης
Τα Δίδυμα Τείχη|Αρχική :: ΠΑΡΑΔΟΣΗ-ΣΥΝΗΘΕΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ-